γδάρτες…

Αφελέστατε λαέ μου,
Δεν γρικάς πόσες απάτες,
Έχουνε σωριάσει οι γδάρτες
Πάνω στις δικές μας πλάτες!

Ψάχνουν τάχα για τη λύση
Να μας βγάλουν απ’ την «κρίση»,,
Που των ίδιων οι ρεμούλες
Έχουνε δημιουργήσει!…

Στήνουνε τηλεμαχίες
Κι άλλες κοκορομαχίες,
Για να μας εξαπατήσουν
Κι όσα ψίχουλα αφήσαν
Τώρα να τα διαγουμίσουν.

Το ψωμί και το πουγκί μας
Και το πάπλωμα, λαέ μου,
Προ πολλού μας τα ‘χουν πάρει.
Κι ο καβγάς τους τώρα είναι
Για το ποιος τους θα μας γδάρει!

16-09-09

συμμορία και μωρία…

Ουδόλως μην εκπλήττεσθε,
Έλληνες συμπολίτες,
Για όσα της πολιτικής
χαλκεύουν οι λεχρίτες…

Για τις ληστείες δηλαδή
Και τις εξαπατήσεις,
Που αδιάκοπα δρομολογούν
Άθλιες κυβερνήσεις…

Αφού ντροπή δεν έχουνε
Κι ούτε φιλοτιμία,
Μπορούν την κάθε απανθρωπιά
Την πάσα ατιμία!

Για τη δική μας σοβαρά
Να εκπλήττεσθε μωρία!
Που σοβαρά προσμένουμε
Να ιδούμε σωτηρία
Απ’ την πολιτικάντικη
Τρισάθλια συμμορία!…

η φαύλη ιστορία…

Όρισαν, λέει, επιτροπές,
Για να ’βρουνε ποιος φταίει
Για τα χαώδη ελλείμματα
Και τερατώδη χρέη…

Επιτροπές-αποτροπές!
Που, αντί για διαφάνεια,
Τα σκάνδαλα ανεπιστρεπτί
Θα σπρώξουν στην αφάνεια…

Κι αφού όλα τα σκάνδαλα
Κι όλους θα κουκουλώσουν
Τα τερατώδη ελλείμματα
Και τα χαώδη χρέη,
Χωρίς ουδέποτε να βρουν
Ποιος απ’ δαύτους φταίει,
Με τη ληστεία απ’ το λαό
Και πάλι θα πληρώσουν.

Γι’ αυτό, ενώ δεν άφησαν
Πέτρα πάνω στην πέτρα,
Για το λαό όλο πιο σκληρά
Ζητούν να πάρουν μέτρα…

Και πάει να γίνει πυρκαγιά
Η οδυνηρή απορία:
Πού τόσο θράσος βρίσκουνε
Και αφιλοτιμία
Μπόνους βαριά να απαιτούν
Απ’ τα’ άδεια τα ταμεία!
Για να γραφτεί, ως κάποιοι λέν,
Η φαύλη ιστορία!…

αβδηριτισμός…

Κλαίνε και αναστενάζουν
Της ΤιΒί μας τα κανάλια
Με των εθνοπατεράδων
Και των δημοσιογράφων
Τ’ ανεγκέφαλα κεφάλια
Και τ’ ανείπωτα τα χάλια…

Όταν του λαού τα σπλάχνα
Τρων φαρμακερές οχιές
Να τριχοτομούν τις τρίχες
Και να κάνουνε τριχιές…

Τι ’ναι πάλι η φασαρία
Και οι τόσοι βρυχηθμοί
Ότι τάχα κινδυνεύουν
Από μια ψηφοφορία
-χωρίς νόημα κι αξία-
η Βουλή και οι θεσμοί!..

Να ’ναι η ουρανομήκης
Και απέραντη βλακεία,
Που τους τρέχει απ’ τα μπατζάκια;
Ή ο θρήνος κι ο κλαυθμός
Και ο αβδηριτισμός
Είναι που αύτανδρα βουλιάζουν
Τα τρισένδοξα τα σόγια
Και ο…δικομματισμός!…

Προμηθέας…

Δεν ξέρω, αν ανέβηκα ψηλά
Ή πόσο χαμηλά
Με αμαρτήματα βαριά
Και κακουργήματα μεγάλα
Έχω πέσει…

Αυτό που ξέρω είναι πως
με τα μαρτύριά μου
Τα’ ανείπωτα και τα πολλά
Κοντά στον Προμηθέα
Δικαιούμαι κάποια θέση…

στο Χρυσόστομο….

Πατρίδα σου;
Οι Συριάδες οι Αθήνες.
Και θαυμαστές σου;
Ο Λιβάνιος κι η οικουμένη όλη.
Και ο Δικέφαλος;
Σε πήρε στα φτερά του
και σ’ έφερε
Αρχιεπίσκοπο στην Πόλη…

Κι εκεί;
Της αδικίας είδωλα πολλά:
Ο μαμωνάς, η εξουσία
και ο νόμος…

Κι εσύ;
Των εξαθλιωμένων η φωνή
και της Δικαιοσύνης
Ο αδέκαστος ο οικονόμος….

Κι όσο περσότερο άπλωνες εσύ
Του λόγου και του δίκιου
τη σαγήνη
Τόσο ανύσταχτα το δίχτυ
του χαμού
έπλεκαν ολοτρίγυρά σου εκείνοι.

Κι οι δεσποτάδες;
Πρωτεργάτες του κακού!
Φίδια φαρμακερά
κι άγριοι λύκοι.
Κι οι φίλοι σου οι επίσκοποι;
Πιστοί, μ’ αδύναμοι
και πολύ λίγοι.

Κι η εξουσία;
Το απέραντο το μεγαλείο
της βλακείας!
Κάρφος αχύρου ανεμόδαρτο
μες στον τυφώνα
της ανεξάντλητης των δεσποτάδων κακουργίας,
συνταιριασμένο επικίνδυνα
μ’ όλες τις διαστροφές
της εξουσίας.

Και του λαού τα πλήθη;
Ανυπεράσπιστα,
στο έλεος
Του φόβου και του τρόμου!

Ν’ αντιμετωπίζουν
αποφασισμένα κι απροσκύνητα
Την άγρια σφαγή
και την απανθρωπιά του νόμου…

Κι ως οι κακούργοι εξόρισαν
τον άγγελο της Εκκλησίας,
έκαψαν την ορφανεμένη πια
Αγιά Σοφιά
και το περίλαμπρο το μέγαρο
Της Γερουσίας.

Κι εσύ το δρόμο πήρες
της εξορίας τον πικρό
με τους αμείλικτους
κι εγκάθετους φρουρούς σου
αβάσταχτο να κάνουν
το δυσβάστακτό σου
το σταυρό,
που σου φορτώσαν
οι εργολάβοι του χαμού σου.

Πρώτα της Αρμενίας η Κουκουσός
και ύστερα τα Κόμανα του Πόντου,
που άφησες την τελευταία σου πνοή,
θύμα των δεσποτάδων
και του φθόνου.

Μα όταν πέρασαν χρόνια πολλά
τα κόκαλά σου ευδόκησαν
να επαναπατρίσουν…
Κι εκεί στις λάρνακες ανάμεσα
Των δολοφόνων σου
«σεμνά και ταπεινά»
να τα φιλοξενήσουν…

Για να θυμίζουν έτσι
ακόμη μια φορά
τους λόγους τους αθάνατους και τους μοιραίους,
Που βροντοφώναξε ο Χριστός κατάμουτρα
Παραμονές του Πάθους του
στους φαρισαίους:

Τους δολοφονημένους Άγιους
πως περίλαμπρα τιμούνε,
για να μπορούν τους ζωντανούς,
να τους δολοφονούνε…

αριστεροδέξια…

Πόσο η ζωή καμιά φορά
Αριστερά τα φέρει;
Να καταντάει κομμουνιστή
Και τον Καρατζαφέρη!…

Κι να ’ναι, λέει, κι ορθόδοξος
-Μάλιστα με πατέντα-
Και ας λέει το «πόθεν έσχε» του
Στα πλούτη οτ’ έχει ρέντα…

Μπορεί να λέει ο Χρυσόστομος
Πως όποιος πλούτη έχει
Ανέντιμα τ’ απόκτησε
Κι άδικα τα κατέχει…

Μ’ αφήστε το Χρυσόστομο
να λέει ο,τι θέλει
Αφού του παπα-Τσάκαλου
Αλλιώς ψάλλει το τέλι…

ΝουΔουλικά…

Οι μαστροποί, όπως φαίνεται,
Κάποιων ληστοκομμάτων
Δεν είναι μόνο άρπαγες
Των δημοσίων χρημάτων
Μα και του αγώνα του λαού
Των άγιων συνθημάτων…

Κι ουρλιάζουνε αναίσχυντα
Κάποιοι μαμω- Νου- Δούλοι,
Που τρων τις σάρκες του λαού,
Μέχρι και το μεδούλι:

«Λαέ, ουρλιάζουνε, λαέ,
μη σκύβεις το κεφάλι»
Βόηθα να το ρίξουμε
Στο φαγοπότι πάλι.

Και ξαναουρλιάζουνε: «Λαέ!
Αντίσταση και πάλη»!
Πήραμε την κουτάλα σου,
Δώσ’ μας και το τσουκάλι…

Και διόλου να μη νοιάζεσαι
τον άθλιο εαυτό σου,
Χαρά σου θα ’ν’ τα πλούτη μας
Και μας ο θάνατός σου…

η μελωδία της σιωπής…

Γέλια, τραγούδια όμορφα
Κι ατέλειωτη παρόλα,
Μα η μελωδία της σιωπής
Καλύτερη απ’ όλα…

ο διάβολος…

Πρόσεξε, σαν ο διάβολος
Ψηλά σε ανεβάζει,
Από ψηλά ένα γκρέμισμα
Πάντα σου ετοιμάζει…

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.